Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Η γυναίκα που φύτευε σπόρους

Γεννήθηκα για να φυτεύω σπόρους
και έζησα με αυτούς τους όρους
το χωραφίσιο χώμα είχα για άρωμα
και την αγάπη του Θέου φορούσα κάθε χάραμα

Κι όταν χόρευα και τραγουδούσα
ποτέ, από ντροπή, τους άλλους δεν κοιτούσα
ήταν χρόνια απλά και ευτυχισμένα
φουρτούνες που περνούσαν,
τα βρίσκαμε αγαπημένοι.
Η πίκρα με εσωσε πολλάκις
ο θρήνος κούρνιαζε μέσα μου-αδέρφια, ήρωες, πρόσωπα γνωστά και άγνωστα
Το βιος-βιος!
Σαν γυναίκα έπνιγα τον πόνο στην χαρά.

Δεν μιλούσαμε η ψυχή από τι είναι φτιαγμένη.
Σας είπα χρόνια απλά, η ζωή μετρημένη.


Το όπλο ήταν το τρίτο χέρι
στο προσκέφαλο, να πολεμήσει έτοιμο,
οι καιροί ήταν τέτοιοι.
Στα άλογα ανέβαινα, βοηθούσα ταλαιπωρημένους
δώσε φαί, δώσε νερό κι ας είσαι από τόπους ξένους.

Ένα ζευγάρι πολύ αγαπημένο ζούσε έρωτα απαγορευμένο
τους έδωσα πνοή να φύγουν, να λευτερωθούν
το όνειρο τους να ζήσουν, πλάι τους κι εγώ!



Τα χέρια πάντα τραχιά και μεγάλα
λες και φτιάχτηκαν μόνο να αρμέγουν γάλα
μέσα σε αυτά κράτησα λουλούδια
κι ας μην τον ήξερα, δεν το είχα δει ποτέ μου
μέρες αλλιώτικες, χαμηλή φωνή.

Αμέσως φύτεψα τους σπόρους,
δεν ήξερα παρά να φυτεύω σπόρους.

Η σοφία μου γράμματα δεν γνώριζε
η ψυχή μου καθαρή, λόγια δεν είπα "βρώμικα" για άνθρωπο,
δεν αξίζει κανένας τέτοιο θάνατο.

Εζησα τα πράγματα με την ουσία
στην γη πατούσα και στην γη πετούσα.

Τα βουνά διέσχιζαν τις γραμμές του τρένου
τα δόντια μου διάβαζαν
και την βαλίτσα μου σκάλιζαν.
Ταλαιπώρια και κακουχία,
μα δεν φοβόμουν πια
λιαλιά δεν είχα να μιλήσω
τα χέρια και τα μάτια μου "μιλούσαν" τη δουλειά.

Νοστάλγησα, πεθύμησα, έκλαψα μα ποτέ δεν λύγησα
"Θα ζήσω", είπα, "να αγκαλιάσω δέντρα"
που γεννήθηκαν από σπορά δικιά μου
παιδιά και δυο φορές παιδιά μου,
να γίνονται πολλά!




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου